ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΣΤΈΦΑΝ ΤΣΒΆΙΧ, «ΕΠΙΚΊΝΔΥΝΟΣ ΟΊΚΤΟΣ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΆΓΡΑ, ΑΘΉΝΑ 2012

Υπάρχουν όρια στη συμπόνια; Κι αν όντως υπάρχουν, μήπως αυτό στερεί τη γνησιότητα και τη δύναμη της ίδιας της συμπόνιας;

Τελικά, πόσο πρέπει να συμπονάμε κάποιον;

Με εντυπωσιακή μαεστρία ο Στ. Τσβάιχ μάς περιγράφει την περιπέτεια ενός νεαρού υπίλαρχου στο Σύνταγμα των Ουλάνων, ο οποίος ναι μεν δεν τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για το επάγγελμα του αξιωματικού, όμως δεν παύει να είναι περήφανος για το αξίωμά του.

Από μία καθαρή «γκάφα» κι επειδή ο νεαρός είναι ευσυνείδητος και ευγενικός, βρίσκεται μπλεγμένος σε μία παράξενη υπόθεση από όπου δύσκολα φαίνεται θα ξεμπλέξει.
Η παράλυτη κόρη ενός αριστοκράτη τον ερωτεύεται και διεκδικεί την προσοχή και την αγάπη του με τον πιο δόλιο τρόπο: Τις τύψεις.

«Σας ευχαριστώ μ’ όλη μου την καρδιά, κύριε υπίλαρχε, για τα θαυμάσια λουλούδια, που μου έδωσαν και μου δίνουν εξαιρετική χαρά. Ελάτε, σας παρακαλώ, έν’ απόγευμα που θα είστε ελεύθερος, να πάρετε το τσάι μαζί μας. Δεν είναι ανάγκη να μας ειδοποιήσετε. Είμαι -δυστυχώς- πάντα στο σπίτι».

Τη μία γλυκιά κ ευγενική, την άλλη μίζερη και μεμψίμοιρη, μετά νευρική, πικρόχολη και απότομη· αλλάζοντας όλα αυτά τα προσωπεία, η Έντιθ καταφέρνει να πλέξει ένα δυνατό ιστό γύρω από τον υπίλαρχο παγιδεύοντάς τον όπως η αράχνη τη λεία της.

Εκείνος, παλινδρομώντας ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης {της ψυχικής επιβίωσης} και του οίκτου, της ευθύνης που νομίζει ότι τον βαραίνει για τη σωτηρία της Έντιθ, προβαίνει σε ανόητες πράξεις, αυθόρμητες κινήσεις, ατελείωτα μεθύσια και απερίσκεπτες υποσχέσεις.

Το τέλος αναπόφευκτο, αλλά δεν θ’ αποκαλυφθεί εδώ. Η αφοπλιστική γραφή του Τσβάιχ αξίζει τον χρόνο και τον κόπο.

©Μαριάννα Φλώρου, All rights reserved

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *