ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

NOIKIAΣΜΈΝΗ ΚΑΤΑΔΊΚΗ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ « 7 – VENI VIDI VICI»

   Μπαίνοντας, είχε ήδη πιει δυο ποτά. Κατάσταση ευχάριστης ευφορίας, αυτό που σε κάνει να γελάς ευκολότερα, αβίαστα, να μην βλέπεις εχθρούς ακόμα κι αν υπάρχουν και τα μάγουλά σου να’ ναι κατακόκκινα σαν μήλα το Φλεβάρη.

Παρήγγειλε ένα ποτηράκι κρασί, η μουσική δυνατή, η φωνή της κοπέλας υπέροχη, όλα όμορφα, όλα όπως τα ‘θελε∙ ήταν ωραία η ζωή αφού μπορούσε ν’ακούει, να βλέπει, να γεύεται, να νιώθει. Έστρεψε το  κεφάλι αριστερά μ’ ένα ευχάριστο μειδίαμα ζωγραφισμένο στα χείλη της.[…]

Δίπλα της μια γνώριμη φυσιογνωμία- δεν πήρε πάνω από δύο δευτερόλεπτα να τον αναγνωρίσει- το παιδί αυτό τραγουδούσε εδώ. Χάθηκε το μειδίαμα, τέντωσαν τα χείλη σε πλατύ χαμόγελο. «Γεια σου!» είπε χαρούμενα, σχεδόν χαζά, έσμιξε ο άλλος τα φρύδια και πήρε μια ανόητη έκφραση η κατά τ’ άλλα χαριτωμένη φατσούλα του. Έσκυψε προς το μέρος της για να συνεννοηθούν, «βοήθησέ με λίγο», είπε αμήχανα, γέλασε η άλλη γιατί το βρήκε αστείο και τού ’πε τ’ όνομά της, «α, ναι», κούνησε ο άλλος το κεφάλι – «σιγά μη με θυμήθηκες», σκέφτηκε εκείνη – έσκυψαν ταυτόχρονα να μιλήσουν «πού να θυμάσαι τόσο κόσμο», «θυμάμαι πρόσωπα αλλά ξεχνάω ονόματα∙ είχες μαζεμένα τα μαλλιά σου όταν σε ξανάδα;», τού  ‘γνεψε ναι. […]

Ανέβηκε και τραγούδησε κι εκείνη τον κοίταζε κι έπινε και χόρευε λίγο, έκανε διάλειμμα και ήρθε πάλι δίπλα της και συνέχισαν την κουβέντα που γινόταν βαθύ πράσινο όσο πήγαινε και ξαφνικά, χωρίς λόγο, έλεγχο ή συνείδηση, γύρισε αυτός να της απαντήσει σε μία άχρωμη ερώτηση κι εκείνη, αντί να πλησιάσει τ’ αυτί της ν’ ακούσει, έφερε τα χείλη της. Χωρίς να τον ακουμπήσει.

Σταμάτησε στ’ αλήθεια η  μουσική; Χάθηκαν όντως οι υπόλοιποι θαμώνες; Έφεξε η νύχτα ξαφνικά; […]

Εκείνος έπρεπε να βγει να τραγουδήσει.

Εκείνη ήθελε να τον περιμένει να τελειώσει. […]

Όταν τελείωσε το κομμάτι του, της ζήτησε να βγουν έξω για τσιγάρο κι εκείνη πήγε και αντί να κάτσουν με τον υπόλοιπο κόσμο, ξεμοναχιάστηκαν σε μία καμπύλη του μονοπατιού που έστεκε πάνω από πτώματα πολλών αρχαίων χρόνων κι άρχισαν να ρουφάνε νικοτίνη, διοξείδιο του άνθρακα κι άλλες βιταμινούχες ουσίες, λες κι ήταν αθάνατοι και δεν φοβόντουσαν τίποτ’ άλλο, παραμόνο τη στιγμή.[…]

Εκείνος συνέχισε να μιλάει σχηματίζοντας μελωδίες, το ρευματάκι ζωντάνεψε ξανά κι οι ανάσες πηγαινοέρχονταν, πηγαινοέρχονταν, πρόταση αυτός, ένα σκέτο «ναι» εκείνη, λέξη αυτός, συλλαβή αυτή, τελικά μια πρότασή του για να σχηματιστεί της χάιδεψε λίγο τα χείλη, έπιασε η καρδιά της να χτυπάει ινδιάνικους ρυθμούς, «αυτό θα ‘ναι το τραγούδι της βροχής», σκέφτηκε, του είπε μια λέξη για να χαϊδέψει τα χείλη του, μίλησε κι αυτός και η ανάσα του ήταν μισή στο στόμα της μέσα, «Θεέ μου», σκέφτηκε κι έκλεισε τα μάτια.[…]

Στην επιστροφή στο μπαρ, το σώμα της έτρεμε.

Στο μπαρ, το σκηνικό ήταν παρόμοιο με πριν.

Η ώρα είχε πάει τρεις και εικοσιεφτά το πρωί.

Πλήρωσε να φύγει, πλησίασε να τον φιλήσει, της έτεινε το μάγουλο, του χαμογέλασε, το φίλησε, το δάγκωσε, πέρασε την τσάντα της στον ώμο και βγήκε απ’ το μαγαζί.

Περπάτησε τέσσερα μέτρα μακριά απ’ τ’ αρχαία πτώματα και δύο μέτρα πλάι στους νεκρούς μουσουλμάνους∙ ένιωθε ότι ήταν μια χαρούμενα αδικημένη ύπαρξη που ‘χε πιει εφτά ποτήρια κόκκινο ξηρό κρασί χωρίς να ‘χει βάλει μπουκιά στο στόμα της και σίγουρα αν οι διπλανοί νεκροί ανασταίνονταν για λίγο, θα ‘ταν πολύ θυμωμένοι με την κατάντια της.

Και τότε τον άκουσε.

Φώναξε τ’ όνομά της στη μέση του δρόμου, στράφηκε εκείνη και τον είδε να κατηφορίζει, έπιασε να περπατάει προς το μέρος του και την άρπαξε.

Την άρπαξε, ο τυφώνας. […]

Όχι τίποτ’ άλλο, δεν πρόλαβε καν να της πει ότι την έβρισκε όμορφη.

 

 

©Μαριάννα Φλώρου, « 7- VeniVidiVici», 2011, ISBN 978-9963-9905-0-4

 All rights reserved

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *