ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

WΟΟDEN ART IN THE 90’s

Σιφονιέρα.
Με σκαλιστά πόδια που ‘χουν ανασηκωμένες άκρες, σαν ψηλομύτες κόρες αριστοκρατικών οικογενειών. Η κορνίζα από πάνω έχει διπλή γραμμή και σχηματίζει ένα σκαλάκι που γεμίζει συχνά σκόνη. Για να το καθαρίσεις πρέπει να βάλεις στο ξεσκονόρουχο το νύχι του αντίχειρα και να το γλιστρήσεις γύρω-γύρω στην κορνίζα. Στην πρώτη σειρά είναι δύο μικρά συρτάρια κι ακολουθούν στη δεύτερη άλλα τρία, μεγαλύτερα. Όλα έχουν το ίδιο χερούλι· μεταλλικό (ίσως μπρούντζινο), σαν π που ξαπλώνει στην πλάτη του κι έχει τα χέρια τεντωμένα προς τα πάνω.
Για να μην κτυπάει το μέταλλο στο ξύλο και το καταστρέψει- παλιάς κοπής η σιφονιέρα, την έφτιαξαν για ν’ αντέξει στα χρόνια κι όχι για να χαλάσει σύντομα, ικανοποιώντας την κανιβαλική διάθεση των ανθρώπων να πετάνε τα πάντα και ν’ αγοράζουν καινούργια- υπάρχει ακόμα ένα μικρό κομμάτι μέταλλο κολλημένο όμως στο ξύλο, ούτως ώστε το χερούλι να χτυπάει στο μέταλλο αυτό.
Ο ήχος που βγαίνει απ’ το άγγιγμα των μετάλλων ακούγεται σαν παιδικό γέλιο -«γκλινγκ» ή «γκλιιιινγκ»- κι ανάλογα με τη διάθεση εκείνου που σπρώχνει το συρτάρι για να κλείσει, αλλάζει ο τόνος του ήχου· γίνεται πιο εκνευρισμένος ή πιο ήρεμος, πιο αγαπησιάρικος ή πιο ανήσυχος.
Όταν ήμουν δύο χρονών, προσπάθησα να σκαρφαλώσω στην κούνια μου και να κατέβω. Ίσως να τα κατάφερνα καλύτερα ή ίσως και χειρότερα αν δεν ήταν εκεί δίπλα η σιφονιέρα.
Με το ένα ποδαράκι κρεμασμένο στο ξύλινο κάγκελο, πήρα φόρα για να βγω και μπαμ, έσκασα σαν καρπούζι στη σιφονιέρα.
Στην κορνίζα. Στην άκρη. Με το κεφάλι.
Αίματα, φωνές, κλάματα. Στο τσακ ήμουν να χρειαστώ ράμματα.
Οχτώ χρόνια μετά, όταν γεννήθηκε ο μικρός μας αδερφός, η σιφονιέρα απέκτησε ακόμα πιο σημαντικό ρόλο: εκεί άλλαζε η μάνα μας το μωρό, εκεί του φύλαγε τα φρεσκοσιδερωμένα ρουχαλάκια, τα ζιπουνάκια, τις χειροποίητες ζακέτες και τα μάλλινα παπούτσια που έμοιαζαν με κάλτσες.
Το αγαπούσα το μωρό μας γιατί ένιωθα ότι μου έμοιαζε κι έτσι δεν με πείραζε που ‘χε οικειοποιηθεί τη σιφονιέρα και τους ήχους της. Νευρίαζα μόνο όταν πλησίαζε να δει το μωρό η αδερφή μας – η δεύτερη στη σειρά -που ήταν έξι χρονών τότε και πάντα -κατά λάθος;- έσπρωχνε τα χερούλια κι έκαναν «γκλινγκ». Της έλεγα πως ο ήχος έπρεπε να βγαίνει μόνο όταν όντως ανοίγαμε ή κλείναμε κάποιο συρτάρι, αλλά εκείνη δεν εννοούσε να το καταλάβει. Έτσι, η παρουσία της στην αλλαγή της πάνας, συνοδευόταν με δεκάδες «γκλινγκ» ή «γκλιιιινγκ», σαν συναγερμός αυτοκινήτου που ενεργοποιήθηκε επειδή απλά ένα αδέσποτο σκυλί είχε κατουρήσει τη ζάντα.
Και τα χρόνια πέρασαν, έτσι όπως είναι η δουλειά τους να κάνουν κι αφού τελειώσαμε και οι τρεις το σχολείο και τις σπουδές μας – σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ο καθένας- η αδερφή μας αποφάσισε ότι θέλει τη σιφονιέρα.
Δική της. Για πάντα. Τη σιφονιέρα με τους ήχους και την κορνίζα που γεμίζει σκόνη.
Δεν αντέδρασα ούτε καν εγώ – που ‘χα φάει το κεφάλι μου στο έπιπλο κι είχα ποτίσει με αίμα το ξύλο της – ούτε ο μικρός (μεγάλος πια)- που του ‘χαμε αλλάξει δύο-τρία φορτηγά πάνες επάνω της.
Κατοχύρωσε τη σιφονιέρα ως δική της κι εμείς το δεχτήκαμε γιατί είπαμε «σιγά το έπιπλο» κι απλά της παραχωρήσαμε την ιδιοκτησία.
Έτσι η σιφονιέρα παρέμεινε στο πατρικό μας αναμένοντας το τι μέλλει γενέσθαι, μαζεύοντας μπόλικη σκόνη και προσπαθώντας να αποφύγει τον δυνατό ήλιο για να μην ξεθωριάσει.
Κάποτε η αδερφή μας αρραβωνιάστηκε και πήγε να ζήσει εκτός χώρας παίρνοντας μαζί της και όλα της τα πράγματα· κυριολεκτικά όμως όλα της τα πράγματα. Σε σημείο που διερωτήθηκα αν θα ήταν πιο σοφό ν’ αγοράσει άλλα απ’ εκεί που θα πήγαινε.
Όλα, εκτός απ’ τη σιφονιέρα.
Για κάποιο λόγο η σιφονιέρα έμεινε πίσω και η αδερφή μας θέλοντας να προστατεύσει την ιδιοκτησία της, μού ζήτησε να τη μεταφέρω στην αποθήκη μου μαζί με ακόμα δύο κούτες που δεν κατάφερε να πακετάρει εγκαίρως.
Έτσι, η σιφονιέρα βρέθηκε στην αποθήκη του πρώτου μου διαμερίσματος, σκεπασμένη μ’ ένα παλιό μονό σεντόνι σε ξεθωριασμένο κίτρινο χρώμα. Γύρω της, κούτες με χριστουγεννιάτικα στολίδια, παλιά ημερολόγια, κάποια διακοσμητικά που καταβάθος δεν ήθελα καν να τα έχω κι απλώς λυπόμουν να τα πετάξω.
Αυτή μου την προσκόλληση σε αντικείμενα πρέπει να τη διαχειριστώ κάποια στιγμή… Ίσως και την προσκόλλησή μου και σε ανθρώπους που δε χρειάζομαι στη ζωή μου.
Στους κύκλους που κάνουν οι ανθρώπινες σχέσεις, δεν θα ‘πρεπε να χωράνε συναισθηματισμοί. Είναι άνθρωποι τους οποίους θα έχεις στη ζωή σου για λίγο καιρό, άλλους για πολλά χρόνια κι άλλους για πάντα. Η καρμική συμφωνία δεν προβλέπει καμιά επιμονή, παραμόνο εκείνη την πικρή γεύση της στεναχώριας, όταν χάνεις κάποιον που υπήρξε σημαντικός για σένα. Όλα τα υπόλοιπα -συζητήσεις χωρίς τέλος, προσπάθεια για ανάκτηση της σχέσης, συνεχείς υποχωρήσεις- μοιάζουν με τους ομόκεντρους κύκλους που σχηματίζει ένα βότσαλο στη λίμνη. «Σπλάτς» για λίγο, ένας κύκλος, δύο ή τρεις και μετά τίποτα. Το νερό επιστρέφει στην αρχική του μορφή σαν να μην ταράχτηκε ποτέ.
Οι άνθρωποι συνεχίζουν τη ζωή τους απ’ εκεί που την άφησαν. Κάποιοι κουβαλούν αναμνήσεις, κάποιοι άλλοι τα διαγράφουν όλα και προχωράνε μπροστά.
Τελικά η σιφονιέρα βρήκε τη θέση της. Όταν μετακόμισα στο δεύτερο διαμέρισμα, δεν την έβαλα στην αποθήκη. Ανακοίνωσα στην αδερφή μου ότι πλέον η σιφονιέρα μού ανήκε κι εκείνη συμφώνησε. Ίσως δεν είχε και ιδιαίτερο νόημα να τη διεκδικήσει έτσι κι αλλιώς.
Το έπιπλο τοποθετήθηκε στο υπνοδωμάτιο κάτω απ’ το παράθυρο. Στα συρτάρια της φιλοξενεί κασκόλ, γάντια, πιτζάμες, κρέμες σώματος και αρκετά κοσμήματα. Την ξεσκονίζω με ιδιαίτερη αγάπη γιατί θέλω να ακούω το «γκλινγκ» που κάνει κάθε φορά που αγγίζω τα χερούλια της. Με πάει τόσα χρόνια πίσω, χρόνια που ίσως κρυφά να νοσταλγώ κι ας μην το παραδέχομαι.
Κι επειδή η σιφονιέρα είναι έπιπλο και όχι άνθρωπος για να προσπαθήσω να κρατήσω μια θέση στην ψυχή του με σημειώματα, μουσική και ταινίες, μικρές συνήθειες που θα με θυμίζουν πάντα ή εκδρομές που θα προσφέρουν αναμνήσεις, κατοχύρωσα τη σιφονιέρα δίπλα μου. Για κάθε επόμενο διαμέρισμα ή σπίτι.
Δική μου. Για πάντα.

©Μαριάννα Φλώρου All rights reserved

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *