Τρεις ταινίες σε μία ‒συνδετικός κρίκος ο πόνος της απώλειας και πώς αυτός οδηγεί τους ήρωες σε “ακραίες πράξεις”.
Ο καθηγητής αρχαιολογίας (Δ. Καταλειφός) ανακαλύπτει τον αρχαίο τάφο ενός πολεμιστή-αξιωματικού κι αυτό φέρνει στο μυαλό του τον γιο του, που αυτοκτόνησε ενώ ήταν φαντάρος. Αποφασίζει να επισκεφθεί το στρατόπεδο σχεδόν ένα χρόνο μετά και να δει το σημείο που το παιδί του έθεσε τέρμα στη ζωή του. Συνομιλεί με ανωτέρους του, με τον καφετζή της περιοχής και ανακαλύπτει ένα βίντεο που δείχνει τις τελευταίες χαρούμενες στιγμές του παιδιού του. Μοναξιά και εσωτερίκευση είναι ο τρόπος του καθηγητή να βιώσει τον πόνο της απώλειας.
Η δεύτερη ταινία λειτουργεί σαν κρίκος ανάμεσα στην πρώτη και την τρίτη, αφού η πρώτη κυλά σ’ έναν μόνο ρυθμό, χωρίς εξάρσεις, χωρίς κορύφωση, ενώ η τρίτη είναι γεμάτη ένταση. Η δεύτερη ταινία αφορά έναν θηροφύλακα στον Έβρο (Θ. Βέγγος). Ο κυρ Αντώνης φιλοξενεί ένα ζευγάρι ορνιθολόγων που έρχονται να παρατηρήσουν την τελευταία νανόχηνα ονόματι “Μαιρούλα”. Τρομερές οι εικόνες του φυσικού τοπίου στο Δέλτα του Έβρου με σμήνη πουλιών πάνω από το νερό αφού μαζί με τις εξιστορήσεις του θηροφύλακα για το λαθραίο κυνήγι, ενισχύουν τη ζωντάνια του σεναρίου. Ο θηροφύλακας εκφράζει μια κρυφή οργή μέσα από τις αφηγήσεις του και η ταινία εστιάζει ουσιαστικά στη ζωή του θηροφύλακα, με τον Θ. Βέγγο να ερμηνεύει απόλυτα τον ρόλο. Στο τέλος, ο ίδιος θα αποδώσει δικαιοσύνη στην εγωιστική παρέμβαση του ανθρώπου στη Φύση.
Η τρίτη ταινία (“Βιετνάμ”) ζωντανεύει στην Ελλάδα των σκυλάδικων στην επαρχία. Ένας εργοστασιάρχης (Γ. Αρμένης- Α’ βραβείο ανδρικού ρόλου, φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) γνωστός γυναικάς και ιδιαίτερα άτακτος, όταν η γυναίκα του τον εγκαταλείπει παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά τους, αφήνεται στο τέλμα της νύχτας: Μπουζούκια, τραγουδίστριες “ποικίλων καθηκόντων”, trafficking, κόλακες, ψέμα. Την εικόνα συνθέτουν ακραία γεγονότα: Δεν αρκεί το σπάσιμο ασύλληπτου αριθμού πιάτων αλλά φτάνουν να σπάσουν μέχρι και μπιντέδες, όταν αυτά τελειώνουν. Η κορύφωση: Ο ξοφλημένος εργοστασιάρχης αγοράζει επιτόπου το μαγαζί, καλεί μια μπουλντόζα και το κατεδαφίζει. Ακολούθως, περιλούζεται με αλκοόλ και χορεύοντας, βάζει φωτιά. Η ταινία ξεχωρίζει για τα λαϊκά άσματα της τότε εποχής, καθώς και για ατάκες που έμειναν στο πέρασμα του χρόνου (“μυρίζεις Βουλγάρα”, “ρίχτο Ηλία, Ηλία ρίχτο”, “δεν θα πεθάνουμε ποτέ εμείς, Μάκη”)
Υπέροχη cult ταινία με σωστό ρυθμό, σύνδεση και αναπάντεχη κορύφωση που όμως υπογραμμίζει, ότι οι ήρωες μπορεί να είναι και οι γείτονες της διπλανής πόρτας.
@MariannaFlorou2025Allrightsreserved